ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

1η Οκτωβρίου , Σύναξις προς τιμήν της ι.εικόνος της Υπεραγίας Θεοτόκου της Γοργοϋπηκόου και μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ανανία και των Αγίων Ρωμανού του Μελωδού και Ιωάννου του Κουκουζέλους

0 σχόλια

Παναγία η Γοργοϋπήκοος













 
 
 
 
 
 
 
 
 
Η γνωστότερη μετά την "Πορταΐτισσα" θαυματουργή εικόνα του Αγίου Όρους που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου από το 1646. Είναι αρχαία τοιχογραφία της Παναγίας που βρίσκεται εξωτερικά στον ανατολικό τοίχο της τράπεζας και προς τα δεξιά της εισόδου της. Οι πατέρες της Μονής αναφέρουν ότι είχε αγιογραφηθεί από την εποχή του κτήτορος της Μονής Νεοφύτου, τον 11ο αιώνα. Εκεί, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής, "λάμπει ως πολύφωτος σελήνη, σαν άριστος κυβερνήτης και σοφός οικονόμος το διακυβερνά", φυλάσσοντας από κάθε προσβολή και επήρεια τους ασκομένους σε αυτό οσίους πατέρες, αλλά και όσους προστρέχουν σ' εκείνη με πίστη, ζητώντας την βοήθεια της. Και γενικά διαφυλάττει και γοργώς και προθύμως υπακούει και ελεεί όλους, όσοι την ευλαβούμαστε και την επικαλούμαστε με πίστη.

Όπως αναφέρει στο Συναξάρι Ο όσιος Νικόδημος, στη Μονή του Δοχειαρίου, στο δεξί μέρος της Τραπέζης του Μοναστηρίου, βρισκόταν μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάριος του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς, ακόμα και τη νύχτα βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά. Μια βραδιά, εκείνο το έτος, λοιπόν, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει: "Να μην ξαναπεράσεις από εδώ με δαδιά καπνίζοντας την εικόνα μου"Ό μοναχός νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε, καταφρόνησε τη φωνή και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: '"Ώ Μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις ατιμώντας με;". Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε ο ταλαίπωρος το φως του κι έμεινε τυφλός." Έτσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρέσει αυτό το εξ' απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε. Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: "Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ' εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοϋπήκοος".

Πολύ σύντομα το θαύμα αυτό και η υπόσχεση της Θεοτόκου έγιναν γνωστά σε όλο το Όρος και η εικόνα της αυτή έγινε παναφιορειτικό προσκύνημα. Η εικόνα συμπεριλήφθηκε σε παρεκκλήσι που κτίστηκε προς τα δεξιά της. Από τότε η Αγία αυτή εικόνα ονομάζεται Γοργοϋπήκοος, γιατί πραγματικά με τα θαυμαστά έργα της συνεχώς αποδεικνύει ότι γρήγορα υπακούει σ' εκείνους που προστρέχουν σ' αυτήν με ευλάβεια και πίστη.

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ

Και πραγματικά η χάρη της ενεργεί πάμπολλα θαύματα όχι μόνο στο Άγιο Όρος, αλλά και έξω από αυτό, σε πόλεις και χωριά, σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και σε άλλα μέρη, όπου την ευλαβούνται και την επικαλούνται. Η Παναγία η Γοργοϋπήκοος είναι πολύ θαυματουργή, ιατρεύει διάφορες ασθένειες, χαρίζει παιδιά σε άτεκνα ζευγάρια, φανερώνει απολεσθέντα αντικείμενα, προστατεύει όσους κινδυνεύουν στη θάλασσα, λυτρώνει όσους αιχμαλωτίζονται, θεραπεύει από τον πονοκέφαλο και την κόπωση, ανορθεί τους παραλύτους, χαρίζει το φως στους τυφλούς, θεραπεύει από θανατηφόρες ασθένειες, διώκει τις ακρίδες από τα χωράφια και άλλα πολλά θαυμαστά που βρίσκονται γραμμένα στη Μονή Δοχειαρίου, ως θαυματουργές επεμβάσεις της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου.

Έτσι βοηθάει και σώζει γρήγορα όσους με πίστη καταφεύγουν σε αυτή και την επικαλούνται και την τιμούν ως Γοργοϋπήκοο. Έκτοτε πολλές εικόνες, εκκλησίες, αλλά και μονές τιμούν την Παναγία την Γοργοϋπήκοο. Γιατί πραγματικά αισθανόμαστε πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από τις πρεσβείες, τις μεσιτείες και την μητρική προστασία Της στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Η Μητέρα του Κυρίου μας μεριμνά γοργά για τη σωτηρία όλων μας και αναδίδει χάρη σε όλους όσους την επικαλούνται με πίστη, ελπίδα και αγάπη. Ας την επικαλούμαστε πάντοτε, ας ψάλλουμε την παράκληση της και ας την πανηγυρίζουμε την ημέρα της εορτής της, την 1η Οκτωβρίου.



Άγιος Ανανίας ο Απόστολος



Άγιος Ανανίας ο Απόστολος




Λίθοις νέμειν θέλοντα μηδαμῶς σέβας,
Ἀνανίαν βάλλουσι δυσσεβεῖς λίθοις.
Λεύσθη Ἀνανίας Ὀκτωβρίου ἥματι πρώτῳ.
 
Βιογραφία
 
Υπακούατε «ἐκ καρδίας εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς» (Προς Ρωμαίους, ΣΤ' 17). Κάνετε υπακοή με όλη την καρδιά σας στον ακριβή κανόνα της χριστιανικής διδασκαλίας. Τέτοιος άνθρωπος υπακοής στο Θεό ήταν και ο απόστολος Ανανίας. Διότι, όταν ο Θεός του είπε με όραμα να συναντήσει το Σαύλο, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των χριστιανών, έκανε υπακοή στα λόγια του Κυρίου. Αμέσως πήγε στην Ευθεία οδό και αναζήτησε το σπίτι του Ιούδα, όπου ήταν ο Σαύλος. Τον θεράπευσε, τον βάπτισε χριστιανό, και έπειτα αυτός, με το όνομα Παύλος, έγινε ο μέγας Απόστολος των Εθνών (βλέπε 29 Ιουνίου). Κατόπιν ο Ανανίας πήγε στην Ελευθερούπολη, όπου με τη διδασκαλία του είλκυσε στο Χριστό πολυάριθμες ψυχές.

Ο θόρυβος όμως που δημιούργησε η αποστολική του δράση, έκανε τον ηγεμόνα Λουκιανό να τον συλλάβει. Χρησιμοποίησε πολλούς και ποικίλους τρόπους προκειμένου να αλλαξοπιστήσει ο Ανανίας. Αλλά ο Ανανίας έμεινε αμετακίνητος στα χριστιανικά του φρονήματα. Τότε ο Λουκιανός τον μαστίγωσε με νεύρα βοδιών. Έπειτα, με σιδερένια νύχια του ξέσχισε τα πλευρά και έκαψε τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες. Τέλος, αφού τον έβγαλε έξω από την πόλη, τον λιθοβόλησε. Έτσι, ο Ανανίας πήρε το αμαράντινο στεφάνι της υπακοής στο θέλημα του Θεού.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε Ἀνανία, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἔμπλεως χάριτος, τοῦ Τρισηλίου φωτός, τὸ σκεῦος ἐφώτισας, τῆς ἐκλογῆς τοῦ Χριστοῦ, Ἀνανία Ἀπόστολε, ὅθεν ἀνακηρύξας, εὐσέβειας τὸν λόγον, ἄθλοις ἐβεβαιώσω, τὴν σωτήριον χάριν δι' ἧς τοὶς σὲ εὐφημούσι, δίδου τὰ πρόσφορα.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Ὁ ἐν πρεσβείαις θερμότατος ἀντιλήπτωρ, καὶ τῶν αἰτούντων ταχύτατα εἰσακούων, δέξαι τὴν δέησιν Ἀνανάα ἡμῶν, καὶ τὸν Χριστὸν δυσώπει, τοῦ σῶσαι τοὺς ὑμνούντάς σε, τὸν μόνον ὑπάρχοντα φιλάνθρωπον.



Δυο μεγάλοι & άγιοι μουσικοί


1 Οκτωβρίου, γιορτάζουν, ανάμεσα σ' άλλους αγίους, δύο από τους κορυφαίους μουσικούς της ελληνικής/ρωμέικης παράδοσης. Οι άγιοι Ρωμανός ο Μελωδός και Ιωάννης ο Κουκουζέλης.

Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός




Ο Άγιος Ρωμανός, γνωστός και ως Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός είναι από τους γνωστότερους ελληνικούς υμνογράφους , αποκαλούμενος και ως "Πίνδαρος της Ρυθμικής Ποίησης". Άκμασε κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, που θεωρείται ότι είναι η "Χρυσή Εποχή" της βυζαντινής υμνογραφίας. Ο Ρωμανός ο Μελωδόςθεωρείται κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας πιθανώς τον 6ο αιώνα και σύμφωνα με ανώνυμο ύμνο ήταν εβραϊκής καταγωγής. Στη Βηρυτό έκανε τις σπουδές του και στα χρόνια τής βασιλείας του Αναστασίου του Α' ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπηρέτησε στο ναό της Αγίας Σοφίας. Μετά την παταγώδη αποτυχία του σαν ψάλτης στον εσπερινό των Χριστουγέννων αποσύρθηκε στη μονή τής Θεοτόκου των Κύρου. Εκεί, σύμφωνα με το Μηνολόγιο του Βασιλείου η Θεοτόκος του έδωσε το χάρισμα της σύνθεσης ύμνων. Τότε έγραψε το κοντάκιο των Χριστουγέννων με το γνωστό προοίμιο: «Ἡ Παρθένος σήμερον / τὸν ὑπερούσιον τίκτει / καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον / τῷ ἀπροσίτω προσάγει...».

"Λέγεται ότι κατά την νύκτα της εορτής των Χριστουγέννων έτυχε να κοιμηθεί πλησίον του άμβωνα. Τότε εμφανίσθηκε σ΄ αυτόν η Θεοτόκος, και του επέδωσε ειλιγμένο χαρτί («κόντος» και«κοντάκιον»), το οποίο αφού έφαγε αμέσως αξιώθηκε του χαρίσματος, δηλαδή έγινε μουσικός και καλλίφωνος, ενώ ο ίδιος ήταν άμουσος παντελώς και αηδής κατά την φωνή. Αμέσως αφού εποίησε το «Η παρθένος σήμερον» το έψαλε από τον άμβωνα, αποσπώντας τον θαυμασμό των πιστών. Ήταν το πρώτο του Κοντάκιον και ακολούθησαν αλλά χίλια από τα οποία διακρίνονται και τα εξής, «Επεφάνη σήμερον», «Τα άνω ζητών», «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον», «Ως απαρχάς της φύσεως» και άλλα" [από εδώ].

Σύμφωνα με το συναξαριστή ο Ρωμανός έγραψε περίπου χίλιες συνθέσεις από τις όποιες διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Πολυποίκιλα τα θέματά του. Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ανεξάντλητος στις συλλήψεις και στον πλούτο ιδεών, γνωρίζοντας τον τρόπο να προσδίνει πρωτοτυπία ακόμη και στα πιο κοινά θέματα. Τα πρόσωπα των Αγίων αλλά και της Παναγίας και του Χριστού παρουσιάζονται απόλυτα ζωντανά χωρίς τίποτα το νεκρικό ή απόκοσμο.
Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες εκείνων των ανθρώπων. Γι΄ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από θρησκευτικής άποψης ή λογοτεχνικής αλλά και ιστορικής και λαογραφικής. Η γλώσσα του απλή, χωρίς στόμφους και όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία επειδή έτσι επιβαλλόταν από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων, αυτή γίνεται χωρίς να κουράζει. Γενικά οι φράσεις του περιέχουν μια πλαστικότητα, μεστή νοημάτων κατά μια άψογη τεχνική όπως παραδέχονται ειδικοί.
Ο Ρωμανός δε δίνει μέσα από το έργο του σαφείς πληροφορίες για τη ζωή του, για αυτό κατά καιρούς υποστηρίχτηκαν διάφορες απόψεις ότι ήταν πρεσβύτερος, εκκλησιέκδικος, κήρυκας. Το βεβαιότερο είναι ότι χειροτονήθηκε Διάκονος. Πέθανε γύρω στο 560 μ.Χ. Για τη μεγάλη του προσφορά στη χριστιανική υμνογραφία ονομάστηκε "Πίνδαρος τής εκκλησιαστικής ποίησης". Ή Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του την 1η Οκτωβρίου.

Στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός βλέπει την Παναγία να σκεπάζει το λαό μ' ένα ουράνιο σκέπασμα. Το θείο αυτό βίωμα γιορτάζεται 1 Οκτωβρίου (γιορτή της "Αγίας Σκέπης"), εκτός από την Ελλάδα, όπου μεταφέρθηκε 28 Οκτωβρίου, προς τιμήν της υποστήριξης της Παναγίας στους Έλληνες φαντάρους του 1940. Στη μέση της εικόνας ο άγ. Ρωμανός ο Μελωδός.

Ο Ρωμανός χρησιμοποίησε το ποιητικό εκείνο είδος πού λέγεται εκκλησιαστικόςΎμνος και του χάρισε την τελειότερη μορφή. Ο Ύμνος αποτελείται από τοΚοντάκιον (προσόμοιον ή κουκούλιον), τους Οίκους και το Εφύμνιον και στηρίζεται πάνω στο νόμο της Ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. Μαζί με το ποιητικό κείμενο συνέθετε ο ίδιος και τη μουσική ή έδενε το νέο ποίημα πάνω σε παλιότερη μουσική σύνθεση. Θεματικά τα έργα του αναφέρονται περισσότερο σε γεγονότα της ζωής του Χριστού και σε ιερά πρόσωπα της Γραφής, όπως και σε βίους άγιων.
Το είδος αυτό της ποίησης κυριαρχεί και σήμερα στην εκκλησιαστική ποίηση.


Άγιος Ιωάννης Κουκουζέλης


Ο Άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης εικονιζόμενος σε υστεροβυζαντινό χειρόγραφο μουσικό Κώδικα(Μονή Μεγίστης Λαύρας) του 15ου αιώνα

Ο Ιωάννης Κουκουζέλης είναι άγιος και σπουδαίος υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο οποίος έζησε τον 13ο-14ο μ.Χ. αι. Τον αποκαλούσαν επίσης «αγγελόφωνο» και «Καλλικέλαδο». Θεωρείται ο δεύτερος μεγαλύτερος μελοποιός μετά τον Ιωάννη Δαμασκηνό, και συχνά χαρακτηρίζεται ως «Μαΐστωρ της μουσικής».
Ο Ιωάννης γεννήθηκε γύρω στο 1280 στο Δυρράχιο σε μια αγροτική οικογένεια. Καθώς είχε εξαιρετική φωνή, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει στην αυτοκρατορική σχολή. Τα πρώτα χρόνια των σπουδών του υπήρξαν δύσκολα. Μάλιστα, όταν τον ρωτούσαν στη σχολή τι έτρωγε, απαντούσε «κουκία και ζέλια» (μπιζέλια), γιατί ήταν φτωχός. Αργότερα γνώρισε τον ηγούμενο τηςΜεγίστης Λαύρας, από τον οποίο έμαθε για τη μοναχική ζωή στο Άγιο Όρος και αποφάσισε να γίνει μοναχός. 
Στο μεταξύ όμως ο αυτοκράτορας, που είχε εκτιμήσει την τέχνη του, τον είχε διορίσει αρχιμουσικό των αυτοκρατορικών ψαλτών και ήθελε να τον παντρέψει με την κόρη κάποιου μεγιστάνα. Τότε ο Ιωάννης πήγε στον τόπο της γέννησής του για να πάρει τάχα τη μητρική συγκατάθεση για τον γάμο. Όμως συνεννοήθηκε με φίλους του να πουν στη μητέρα του ψέματα ότι είχε πεθάνει["Νεκρός": Πολύ σκληρή στάση και φυσικά δε μπορούμε να τη θεωρήσουμε σωστή. Ας έχουμε υπόψιν ωστόσο ότι ο άγιος το έκανε αυτό σε νεαρή ηλικία, πολύ πριν αποχτήσει πνευματική πείρα και αγιότητα]. Μάλιστα, καθώς βρισκόταν κρυφά μέσα στο σπίτι κι άκουγε τη μητέρα του να κλαίει και να οδύρεται για τον δήθεν θάνατό του, μέλισε τη θρηνωδία (μοιρολόγι) με τίτλο «Βουλγάρα». 
Στη συνέχεια πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Μεγίστης Λαύρας, ντυμένος με τρίχινα ενδύματα και αποκρύπτοντας την ταυτότητά του. Όταν τον ρώτησε ο θυρωρός ποιος ήταν, και τι θέλει, αποκρίθηκε ότι είναι χωρικός, βοσκός προβάτων και ότι επιθυμεί το μοναχικό σχήμα. Όταν ο θυρωρός παρατήρησε ότι ήταν πολύ νέος, ο Ιωάννης απάντησε ταπεινά με τη ρήση του προφήτη Ιερεμία«Αγαθόν ανδρί, όταν άρη ζυγόν εν τη νεότητι αυτού».
Στη Μονή της Λαύρας εκάρη μοναχός και τον διόρισαν ποιμένα των τράγων της μονής. Όμως όταν έβγαζε στη βοσκή τους τράγους, αυτοί γύριζαν αργά το απόγευμα πίσω στη στάνη τους σχεδόν νηστικοί, σε αντίθεση με άλλες φορές που τους έβοσκαν άλλοι πατέρες. Ο ηγούμενος ανέθεσε σε κάποιον μοναχό να παρακολουθήσει τον Ιωάννη για να δει τι συνέβαινε. Ο μοναχός διηγήθηκε ότι καθώς έβοσκαν τα ζώα, ο Κουκουζέλης άρχισε να ψάλλει και τότε εκείνα σταμάτησαν να τρώνε και τον άκουγαν με προσοχή. Όταν σταμάτησε το ψάλσιμο, τότε άρχισαν πάλι να τρώνε. Κάποια στιγμή ξανάρχισε, και τα ζώα τον κοίταζαν και πάλι σα μαγεμένα, σταματώντας να βόσκουν. 

Η Μονή Μεγίστης Λαύρας [από εδώ]

Τότε ο ηγούμενος τον προσκάλεσε και τον αναγνώρισε. Αρχικά τον επιτίμησε[=τον μάλωσε] που δεν είχε αποκαλύψει ποιος ήταν. Μάλιστα έγραψε τα τεκταινόμενα στον αυτοκράτορα, ο οποίος συμφώνησε να μην ενοχλήσει το μουσικό που είχε δραπετεύσει κυριολεκτικά από το παλάτι. Από τότε ο Ιωάννης ζούσε μέσα σε κελί της Λαύρας, και τις Κυριακές και εορτές έψαλλε στο ναό με τους άλλους ιεροψάλτες. Δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει κάνοντας επίδειξη των φωνητικών του ικανοτήτων, αλλά έψαλλε προσευχόμενος, προκαλώντας στους ακροατές κατάνυξη και διάθεση για προσευχή.
Μετά από οσιακό βίο, ανακηρύχθηκε άγιος και η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την 1η Οκτωβρίου. Στο μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας φυλάσσεται εικόνα του που τον παρουσιάζει περικυκλωμένο με τα μουσικά του σύμβολα, τα «νεύματα».


Αξιομνημόνευτα περιστατικά
Σύμφωνα με την παράδοση, σε κάποια παννυχίδα, Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών, όταν ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος, μετά το τέλος του κανόνα ο Ιωάννης αποκοιμήθηκε στο στασίδι, κουρασμένος από την αγρυπνία. Εκεί είδε σε όραμα ότι ήρθε η Θεοτόκος και του έδωσε ένα χρυσό νόμισμα, επειδή είχε ψάλει πολύ κατανυκτικά τον ύμνο της. Αμέσως ξύπνησε, και βρήκε στο χέρι του το δώρο της Θεοτόκου. Αυτό το χρυσό νόμισμα το έκοψαν στα δύο. Το μισό βρίσκεται σήμερα δίπλα την εικόνα της Θεοτόκου στο ναό της Λαύρας και το άλλο μισό εστάλη στη Ρωσία.


Το έργο του

Ο Ιωάννης Κουκουζέλης επέφερε τροποποιήσεις και μεταβολές ή προσθαφαιρέσεις στα σημεία της συμβολικής γραφής των μελωδιών που είχε καθιερώσει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Συνέγραψε θεωρητικό έργον περί Μουσικής τέχνης, και βιβλίο με μουσικά σημεία που περιέχει εκκλησιαστικά άσματα. Δημιούργησε το λεγόμενο Μέγα Ίσον της Παπαδικής, το οποίο αργότερα κατά τον 18ο αιώνα μεταφέρθηκε σε νεώτερη μουσική παρασημαντική από τον Πέτρο τον Πελοποννήσιο και εν τέλει και στο νέο σύστημα, το οποίο ίσχυσε από τις αρχές του 19ου αιώνα, με την μεταρρύθμιση της εκκλησιαστικής μουσικής σημειογραφίας που επεξεργάστηκε ο Χρύσανθος ο Μαδυτινός. Δημιούργησε τον κυκλικό Μέγιστο Τροχό της μουσικής, ο οποίος έχει γύρω του άλλους τέσσερις μικρότερους Τροχούς. Καθένας από αυτούς παριστάνει μεμαρτυρίες την πλάγια πτώση του κάθε πλαγίου ήχου προς τον κύριο ήχο του. Οι οκτώ ήχοι της εκκλησιαστικής μας μουσικής παραβάλλονται με τους οκτώ ήχους των αρχαίων. Πάνω και κάτω από τους μικρότερους τροχούς δίνονται ολογράφως τα ονόματα των κυρίων και πλαγίων ήχων: Δώριος, Λύδιος, Φρύγιος, Μιξολύδιος, Υποδώριος, Υπολύδιος, Υποφρύγιος, Υπομιξολύδιος.
Ο άγιος Ιωάννης Κουκουζέλης μουσούργησε κατά τους οκτώ ήχους Χερουβικάσύντομα και μακρά έντεχνα. Από αυτά σώζεται ένα σε ήχο πλάγιο του δευτέρου (παλατιανό), ένα Κοινωνικό «Αινείτε» σε ήχο πλάγιο του πρώτου, και ένα «Γεύσασθε» σε ήχο πλάγιο του πρώτου. Σώζονται επίσης τα μεγάλα και έντεχνα Ανοιξαντάρια, το αργό «Μακάριος ανήρ», το (εις την αρτοκλασία) «Χαίρε κεχαριτωμένη» κατ’ αναγραμματισμό σε ήχο Α΄ τετράφωνο, Αλληλουάρια σε ήχο πρώτο και πλάγιο του πρώτου, το «Άνωθεν oι Προφήται», η φήμη «Τον δεσπότην και αρχιερέα», πολυέλεοι, δοχές, καλοφωνικοί ειρμοί, πασαπνοάρια και πολλά άλλα. Κάποια από αυτά έχουν εκδοθεί, ενώ άλλα είναι ανέκδοτα. Η παρασημαντική του βρισκόταν σε χρήση μέχρι των μέσων του ΙΗ' αιώνα, οπότε ο Πρωτοψάλτης της Μεγάλης Εκκλησίας Ιωάννης ο Τραπεζούντιος (1756), μετά από αίτημα του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίλλου του από Νικομηδείας, άλλαξε το σύστημα των χαρακτήρων, εισάγοντας απλούστερη μέθοδο παρασημαντικής. Τα μουσικά χειρόγραφα του αγίου Ιωάννη Κουκουζέλη φυλάσσονται στις Βιβλιοθήκες της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών, του Αγίου Όρους, του Βατικανού, του Παρισιού, της Βιέννης και άλλων πόλεων.
*****

30 Σεπτεμβρίου η μνήμη του Αγίου ιερομάρτυρος Γρηγορίου , φωτιστού της Αρμενίας

0 σχόλια

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ , O ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΗΣ  ΑΡΜΕΝΙΑΣ





















«Ο άγιος Γρηγόριος έζησε επί βασιλείας Διοκλητιανού. Ήταν Πάρθος κατά την καταγωγή, υιός του Ανάκ, συγγενής του Κουσαρώ, βασιλιά της Αρμενίας. Συνελήφθη από τον βασιλιά Τηριδάτη ως χριστιανός και υπέμεινε γι’  αυτό πολλές τιμωρίες. Όταν έμαθε μάλιστα ο Τηριδάτης ότι είναι υιός του Ανάκ του Πάρθου, που δολοφόνησε τον πατέρα του, του έδεσε τα χέρια και τα πόδια και τον έστειλε στην πόλη Αρταξά, όπου εκεί τον έριξαν σε βαθύ λάκκο, γεμάτο από θηρία και ερπετά. Στον λάκο αυτό έζησε  δεκαπέντε χρόνια, τρεφόμενος κρυφά από μία γυναίκα χήρα. Στο μεταξύ ο βασιλιάς Τηριδάτης παρεφρόνησε, έτρωγε τις σάρκες του και ζούσε μαζί με τα γουρούνια στα βουνά. Η αδελφή του Κουσαροδούκτα είδε τότε ένα όνειρο κι άκουσε φωνή που έλεγε: Αν δεν βγει από τον λάκκο ο Γρηγόριος, ο Τηριδάτης δεν πρόκειται να γίνει καλά. Πράγματι, η Κουσαροδούκτα απελευθέρωσε τον Γρηγόριο, ενώ την ίδια ώρα θεραπεύτηκε και ο βασιλιάς. Ο Γρηγόριος έγινε επίσκοπος της Αρμενίας, βάπτισε τους κατοίκους της, έφτιαξε πολλές Εκκλησίες, και τελικώς εκδήμησε προς τον Κύριο ειρηνικά».  
Διαβάζοντας κανείς τον βίο του αγίου Γρηγορίου, φωτιστή των Αρμενίων, δύο πράγματα έρχονται στον νου του για να κάνει: ή να κλείσει τα μάτια από ντροπή, μπροστά στη φοβερά μεγάλη προσωπικότητα και το τεράστιο σε βάθος και πλάτος έργο του Γρηγορίου, προσπαθώντας να το «απωθήσει» στο υποσυνείδητό του, ή να αρχίσει να κλαίει για τη δική του κατάντια. Διότι ο άγιος, ένας αυτός – και όχι χιλιάδες «χριστιανοί» όπως εμείς – αλλά «οίκον Τριάδος εαυτόν αποτελέσας» κατά τον υμνογράφο, δηλαδή κάνοντας τον εαυτό του οίκο της αγίας Τριάδος, κατόρθωσε με τη χάρη του Θεού να μεταστρέψει στη χριστιανική πίστη έναν ολόκληρο ειδωλολατρικό λαό, που καταδυναστευόταν από τον πονηρό διάβολο και τις μεθοδείες του. «Λυμαινόμενον αθέως τον εχθρόν χώραν άπασαν, την των Αρμενίων, θεία δυναστεία κατέβαλες∙ και ως πυρσός αναλάμψας κατεφώτισας τους εν σκότει κειμένους, σοφέ, ματαιότητος». Δηλαδή: Με τη δύναμη του Θεού νίκησες τον εχθρό διάβολο, ο οποίος κατέστρεφε με την αθεΐα όλη τη χώρα των Αρμενίων. Και αφού έλαμψες σαν πυρσός, φώτισες πολύ δυνατά, σοφέ, αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι της ματαιότητας. Ο άγιος γι’  αυτό αντιπαραβάλλεται με τους αγίους αποστόλους, τους μαθητές του Κυρίου, παραλληλίζεται με τον άγιο Γρηγόριο τον Νεοκαισαρείας τον θαυματουργό, ο οποίος εξίσου με τον σημερινό Γρηγόριο, όταν πήγε στη Νεοκαισάρεια βρήκε ελάχιστους χριστιανούς και όταν έφυγε από τη ζωή αυτή άφησε ελάχιστους ειδωλολάτρες, παραπέμπει στους νεώτερους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, φωτιστές των Σλαύων.
Η χάρη του Θεού ενήργησε σε όλες τις καλοπροαίρετες καρδιές των Αρμενίων, μέσω του εκλεκτού οργάνου της Γρηγορίου, μ’  έναν τριπλό τρόπο: με τη δύναμη του λόγου του, με τη δύναμη των θαυμάτων που επιτελούσε, με τα θαυμαστά μαρτύρια που πέρασε για την πίστη του. Ο λόγος του πράγματι, επιβεβαιούμενος  και με τα θαύματα που ο Θεός επέτρεπε να επιτελεί, ήταν γεμάτος από δύναμη Θεού και δεν ήταν ανθρώπινα επιχειρήματα, που συνήθως κτυπούν ως «κύμβαλον αλαλάζον» τα αυτιά των ανθρώπων. Με τον λόγο αυτό έπεφταν  οι ειδωλολατρικοί ναοί και φυγαδεύονταν οι κρυμμένοι σ’  αυτούς δαίμονες, ενώ στερεώνονταν οι καρδιές των ανθρώπων στον θεϊκό έρωτα, όπως σημειώνει έκθαμβος ο υμνογράφος. «Ρημάτων σου δυναστεία, ναοί κατερράγησαν και δαιμόνων κατεβλήθη ανίδρυτα ξόανα, και πιστών καρδίαι θεϊκώ ενιδρύθησαν έρωτι». Εκεί όμως που κατεξοχήν λειτούργησε ως φάρος που φώτισε τους ανθρώπους ήταν τα μαρτύρια που υπέστη. Τα μαρτύρια αυτά ήταν η δόξα του, κατά αντιστοιχία με το Πάθος και το μαρτύριο Κυρίου του Θεού του. Το σημειώνει ο θεολογικώτατος ποιητής της ακολουθίας του, για να δείξει ποιο είναι το στίγμα του χριστιανικού μαρτυρίου: «Εις περίβλεπτον σε ύψος μαρτυρίου ανήνεγκεν, υψηλός εν δόξη Κύριος Ύψιστος, ένδοξε∙ ου τα παθήματα χαίρων εξεικόνισας, ιερομάρτυς, δόξα βοών τη δυνάμει σου». Ο υψηλός στη δόξα Ύψιστος Κύριος, ένδοξε Γρηγόριε, σε ανέβασε σε περίβλεπτο ύψος μαρτυρίου. Τα παθήματα Αυτού (που ήταν η δόξα Του) εξεικόνισες με χαρά, ιερομάρτυς, φωνάζοντας δόξα στη δύναμή Σου.
Αυτού του είδους το χριστιανικό μαρτύριο, ως συμμετοχή στο μαρτύριο του Χριστού, φέρνει αποτελέσματα, τα οποία, ενώ είναι τρανταχτά, δεν φαίνονται με πρώτη ματιά. Το μαρτύριο των αγίων δηλαδή, όπως το Πάθος του Χριστού, περικλείει το μυστήριο της δύναμης του Θεού, πράγμα που σημαίνει ότι όπως σε εκείνο του Σταυρού νικήθηκε, χωρίς να φαίνεται εξωτερικά, η αμαρτία, ο θάνατος και ο διάβολος, έτσι και στων αγίων: συντρίβεται ο διάβολος και τα όργανά του. Θέλουμε να πούμε, ακολουθώντας τους ύμνους της εορτής, ότι κάθε κτύπημα ενός αγίου είναι και κτύπημα κατά της πονηρίας, κάθε πόνος και βάσανός του φέρνει και το βογγητό και την κόλαση του πονηρού. Ας δούμε πόσο ωραία μας το καταθέτει ο εκκλησιαστικός και πάλι ποιητής: «Ραπισμοίς σιαγόνων σου, μύλας συντρίβεις λεόντων, και οχετοίς αιμάτων, δαιμόνων λύθρον εκμειοίς, ειδωλικάς προρρίζους τε, καταστρέφεις στήλας, Αξιάγαστε». Δηλαδή: Με τα ραπίσματα των σιαγόνων σου συντρίβεις τα δόντια των λιονταριών, και με τους οχετούς των αιμάτων σου εξαφανίζεις τη βρωμιά των δαιμόνων και καταστρέφεις από τη ρίζα τις στήλες των ειδώλων, αξιοθαύμαστε Γρηγόριε.
Ίσως θα πρέπει κάποτε να μάθουμε να βλέπουμε και τα δικά μας βάσανα, και τους δικούς μας πόνους σ’  αυτήν τη ζωή, με αυτό το «μάτι» της πίστεως: αν τα βάσανά μας τα υπομένουμε με πίστη, τότε και μέσα από εμάς θα λειτουργεί η δύναμη του Θεού, που συντρίβει το κακό και τον διάβολο. Και τότε θα αρχίσουμε να γινόμαστε κι εμείς, σε κάποιο βαθμό ίσως, φωτιστές και των άλλων συνανθρώπων μας, προκειμένου να βρίσκουν το αληθινό φως, τον Ιησού Χριστό.

29 Σεπτεμβρίου μνήμη του Οσίου Κυριακού του Αναχωρητού .

0 σχόλια

ΒΙΟΣ ΟΣΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΟΥ ΑΝΑΧΩΡΗΤΟΥ

agios kyriakos2
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
«Της άνω εφιέμενος υπερκοσμίου ζωής, του κόσμου την τερπνότητα, ως διαπίπτουσαν κατέλιπες όσιε' όθεν εν ταις ερήμοις, και σπηλαίοις οικήσας, πόλεως ουρανίου, ανεδείχθης πολίτης» λέγει στον άγιο Κυριακό τον Αναχωρητή, ο ιερός Υμνογράφος.
Γεννήθηκε στην Κόρινθο, ο όσιος Κυριακός, από γονείς ευσεβείς, τον ιερέα Ιωάννη και την πρεσβυτέρα Ευδοξία. Ο άγιος επίσκοπος της Κορίνθου Πέτρος ήταν θείος του από τον πατέρα του, αυτός δε και τον εχειροθέτησεν αναγνώστη. Στα χρόνια του εβασίλευε στην Κωνσταντινούπολι ο Θεοδόσιος ο Μικρός.
Δεκαοκτώ χρόνων ήταν όταν κυριεύτηκε από το θείον έρωτα και «της άνω εφιέμενος υπερκοσμίου ζωής, του κόσμου την τερπνότητα ως διαπίπτουσαν κατέλιπε» κατά τον ιερόν Υμνογράφο. Σαν φθηνή και πρόσκαιρη εγκατέλειψε του κόσμου τη χαρά και την τερπνότητα και ήλθε στα Ιεροσόλυμα.
Επισκέφτηκε τον Ευθύμιο τον Μέγα, ο όποιος και τον υποδέχτηκε με χαρά και τον έκειρε Μοναχό, προβλέποντας τη μεγάλη του προκοπή και πρόοδο στο μοναδικό βίο. Ήταν βέβαια αγένειος και γι' αυτό τον έστειλε στον όσιο Γεράσιμο το διάδοχο του οσίου και μακαρίου Θεοκτίστου.

Σαν υποτακτικός του οσίου και μεγάλου Γερασίμου ήταν υπόδειγμα υπακοής, εργατικότητος και προθυμίας. Ο ίδιος ο άγιος Γεράσιμος εθαύμαζε την αντοχή του στη νηστεία και στην άσκησι και τη σκληραγωγία στην οποίαν είχε καθυποβάλει το σώμα του και γι' αυτό τον έπαιρνε πάντοτε μαζί του στην περίοδο της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στην έρημο του Ρουβά για σύντροφο και συνασκητή στην επίπονη του άσκηση. Μετά τον θάνατο όμως του οσίου Γερασίμου επανήλθε πάλι στη λαύρα του Μεγάλου Ευθυμίου μια και δεν ήταν πια αγένειος. Ύστερα από χρόνια επισκέφτηκε τη λαύρα του οσίου Χαρίτωνα, όπου και έμεινε για χρόνια πολλά. Εκεί δε και χειροτονήθει ιερέας. Ήταν στη λαύρα εκείνη «κανόνας πίστεως και εικόνα πραότητας». Ουδέποτε οργίστηκε εναντίον κανενός. Ουδέποτε έτρωγε την ήμερα παρά μόνο μια φορά τη νύχτα. Μέχρι τα εβδομήντα επτά του χρόνια ασκήτεψε στη λαύρα και υστέρα αναχώρησε και από εκεί και ήλθε στη Λαύρα του Νατουφά.
Τρεφόταν εκεί με μόνα τα πικρά και απαίσια στη γεύσι σκηλοκρόμμυδα, τις κουβαρασκέλλες. Για να φαντασθήτε μάλιστα πόσο δύσκολη και μεγάλη ήταν αυτή του η άσκηση να τί έπαθε ένας υποτακτικός του οσίου Κυριακού. Έφαγε και αυτός κρυφά από το γέροντα — γιατί το είχε απαγορέψει — μια κουβαρασκέλλα και τόσο δηλητηριάστηκε ώστε έπεσε κάτω σαν νεκρός και ο όσιος Κυριάκος τον εσηκωσε υγιή με πολλές προσευχές. Εδώ επιτέλεσε ο άγιος και αλλά πολλά θαύματα. Πολλά δαιμόνια εξεδίωκε και τα μέλλοντα προέλεγε.
Και στα ενενήντα εννέα του χρόνια αποφάσισε και άλλη αναχώρηση. Για να μη τον ενοχλεί ο κόσμος πού έτρεχε να θαυμάσει την αρετή του και να δεχθεί τα θαύματα του, ανέβηκε σ' ένα τόπον άβατο πού λεγόταν Σουσακείμ. Είχε πια φθάσει «στο προπτωτικό κάλλος, είχε κατισχύσει η λογική επάνω στην άλογο φύσι και σαν άλλος αδάμ συνωμιλούσε και ειρηνικά συζούσε με τα άγρια θηρία. Ένα λιοντάρι υποτάχτηκε στην αγιότητα και στην ημερότητα του οσίου και του εφύλαγε τον κήπο και τα λάχανα.
Κάποτε πού είχε πολύ καιρό να βρέξει και τα λάχανα ξηραίνονταν από την ανομβρία, παρεκάλεσε ο όσιος το Θεό και έστειλε πάνω από τον κήπο του και μόνο, ένα μικρό σύννεφο το όποιο και κατέβρεξε τα λάχανα, μάλιστα δε εγέμισαν οι στάμνες και τα κοιλώματα των βράχων.
Αλλά οι πατέρες του αγίου Χαρίτωνα φοβούμενοι μη με το θάνατο του αγίου χάσουν το πάντιμό του λείψανο, τον ατίμητο εκείνο θησαυρό ήλθαν «εν σώματι» στο ασκητήριό του και τον παρακάλεσαν να έλθει πίσω στη Λαύρα και να απομονωθεί προς ησυχία στο σπήλαιο του οσίου Χαρίτωνος. Ο όσιος Κυριακός υποχώρησε και ήλθε πίσω στη Λαύρα και στο σπήλαιο του οσίου Χαρίτωνα.
Εκεί τον επισκεπτόταν συχνά-πυκνά ο άγιος Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων και με ευλάβεια τον άκουε και τον ερωτούσε και εμάθαινε για τον όσιο βίο και την ένθεη πολιτεία των μεγάλων ασκητών Σάββα του ηγιασμένου και Ευθυμίου του Μεγάλου τους οποίους και κατέγραψε και σ' εμάς τους επιγενόμενους παρέδωσε.
Εκατόν επτά χρόνια έζησε ο όσιος Κυριακός χωρίς να αισθανθεί κόπο ή αλλοίωσι καμμιά στα αγία μέλη του σώματος. Το πνεύμα του το παρέδωκε στον Κύριο και Πλάστη ειρηνικά και οσιακά, υστέρα από μια ανεπαίσθητη ασθένεια και έτσι έφθασε τον ποθούμενο Κύριο και νυμφίο της ψυχής του.
Αναχωρητής ονομάστηκε, ο όσιος Κυριακός γιατί αναχωρούσε από τόπο σε τόπο για να βρει την τελειότητα και να απολαύσει του πνεύματος τις χαρές. Πολλούς αναχωρητές έχει να μας παρουσίαση η αγία μας Εκκλησία. Πιο γνωστός αναχωρητής των τελευταίων χρόνων είναι ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, πού για περισσότερη παίδευση και μεγαλύτερη άσκηση έφευγε από μοναστήρι σε Μοναστήρι και εντρυφούσε στις πλούσιες βιβλιοθήκες των μεγάλων Μονών του αγίου Όρους και σε σκήτες και ερημητήρια αναχωρούσε και ασκήτευε μακριά από τα μάτια του κόσμου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἀπαλῶν ἐξ ὀνύχων τῷ Χριστῷ ἠκολούθησας, τὴν ἀγγελικὴν πολιτείαν ὁλοτρόπως
ἑλόμενος· διὸ ἐν ταῖς ἐρήμοις προσχωρῶν, τῶν θείων ἠξιώθης δωρεῶν, θεραπεύων πᾶσαν νόσον Κυριακέ, τῶν πίστει προσιόντων σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α'. Τοῦ λίθου σφαγισθέντος .
Τῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἡμῶν Κυριακέ· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἠκολούθησας, καταλιπῶν τὰ τῆς γῆς, καὶ βίον ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω σαφῶς, ὡς ἄσαρκος Ὅσιε, σὺ γὰρ ἐν ταὶς ἐρήμοις, προσχωρῶν θείω πόθω, σκίλλη πίκρα τὴν πάλαι, πικρᾶν γεῦσιν ἀπώσω. Διὸ Κυριακὲ θεοφόρε, ἀξίως δεδόξασαι.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ'. Τὴ ὑπερμάχω.
Ὡς ὑπερμάχω κραταιῶ καὶ ἀντιλήπτορι, ἡ σὲ τιμώσα ἱερὰ Λαύρα ἑκάστοτε, ἑορτάζει τὰ μνημόσυνα ἐτησίως, Ἀλλ' ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον, ἐξ ἐχθρῶν ἐπεμβαινόντων ἠμᾶς φρούρησον, ἶνα κράζωμεν, Χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.

Κάθισμα
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τῆς ἄνω ἐφιέμενος, ὑπερκοσμίου ζωῆς, τοῦ κόσμου τὴν τερπνότητα, ὡς διαπίπτουσαν, κατέλιπες Ὅσιε· ὅθεν ἐν ταῖς ἐρήμοις, καὶ σπηλαίοις οἰκήσας, πόλεως οὐρανίου, ἀνεδείχθης πολίτης, ἐν ᾗ τῶν ἐκτελούντων τὴν σήν, μνήμην μνημόνευε.

Μεγαλυνάριον
Ἄστρον ἐκ Κορίνθου ἀναφανείς, ἐν τῇ Παλαιστίνῃ, διαλάμπεις ἀσκητικῶς, καὶ καταπυρσεύεις, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, Κυριακὲ θεόφρον, τοῖς σοῖς παλαίσμασι.

28 Σεπτεμβρίου , Α' Κυριακή του κατά Λουκάν ευαγγελίου και μνήμη των Οσίων και Θεοφόρων πατέρων ημών Χαρίτωνος του Ομολογητού και Ισάακ του Σύρου , επισκόπου Νινευή

0 σχόλια

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Α´ Λουκά

  (Λουκ. ε´ 1-11) 
 
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. ᾿Εμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. ῾Ως δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ᾿Επανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ᾿Επιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. ᾿Ιδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν ᾿Ιησοῦ λέγων· ῎Εξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, ὁμοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. Καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ ᾿Ιησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
 
 
  Απόδοση στη νεοελληνική
 
Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς στεκόταν ὁ ᾿Ιησοῦς στὴν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, εἶδε δύο ψαροκάικα στὴν ἄκρη τῆς λίμνης. Οἱ ψαράδες εἶχαν κατεβεῖ ἀπ’ αὐτὰ καὶ ἔπλεναν τὰ δίχτυα. ᾿Εκεῖνος ἀνέβηκε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ψαροκάϊκα, σ’ αὐτὸ ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα, καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τραβηχτεῖ λίγο ἀπὸ τὴν ξηρά. Κάθισε στὸ ψαροκάϊκο καὶ ἀπ’ αὐτὸ δίδασκε τὰ πλήθη. ῞Οταν τελείωσε τὴν ὁμιλία του, εἶπε στὸν Σίμωνα· Πήγαινε στὰ βαθιὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα σας γιὰ ψάρεμα. ῾Ο Σίμων τοῦ ἀποκρίθηκε· Διδάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα παιδευόμασταν καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε· ἐπειδὴ ὅμως τὸ λὲς ἐσύ, θὰ ρίξω τὸ δίχτυ. Τὸ ἔριξαν κι ἔπιασαν πάρα πολλὰ ψάρια, τόσα ποὺ τὸ δίχτυ τους ἄρχισε νὰ σκίζεται. Μὲ νεύματα εἰδοποίησαν τοὺς συνεταίρους τους, ποὺ ἦταν στὸ ἄλλο πλοῖο νὰ ἔρθουν νὰ τοὺς βοηθήσουν. ᾿Εκεῖνοι ἦρθαν καὶ γέμισαν καὶ τὰ δύο ψαροκάικα σὲ σημεῖο ποὺ νὰ κινδυνεύουν νὰ βυθιστοῦν. ῞Οταν ὁ Σίμων Πέτρος εἶδε τί ἔγινε, ἔπεσε στὰ γόνατα τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· Βγὲς ἀπὸ τὸ καΐκι μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός. Αὐτὰ τὰ εἶπε γιατὶ εἶχε κυριευτεῖ ἀπὸ δέος, αὐτὸς καὶ ὅλοι ὅσοι ἦταν μαζί του, γιὰ τὰ πολλὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Ζεβεδαίου, τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ τὸν ᾿Ιωάννη, ποὺ ἦταν συνεργάτες τοῦ Σίμωνα. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε εἶπε στὸν Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύεις ἀνθρώπους. ῞Υστερα, ἀφοῦ τράβηξαν τὰ ψαροκάικα στὴ στεριά, ἄφησαν τὰ πάντα καὶ τὸν ἀκολούθησαν.

Πηγή: Ιερός Ναός Παναγίας Αλεξιωτίσσης Πατρών ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΛΕΞΙΩΤΙΣΣΑ: Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Α´ Λουκά
http://panagiaalexiotissa.blogspot.com/2013/09/blog-post_3252.html#ixzz3EXq2GbkN



Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Αυτογνωσία, προϋπόθεση επιτυχίας

Ευαγγελικό ανάγνωσμα Κυριακής Α' Λουκά
( Λουκ. ε' 1-11)
Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. &Κονίτσης
Αρκετά είναι τα επαγγέλματα αυτά που όσοι τα εξασκούν χρειάζεται να υπολογίζουν και σ' ένα ποσοστό αποτυχίας. Η αλιεία όμως απαιτεί μεγάλο βαθμό κόπου και θυσίας και συνάμα περιέχει μεγάλη πιθανότητα απογοητεύσεως.
Αυτή ακριβώς την πραγματικότητα βλέπουμε στην ευαγγελική περικοπή της Α' Κυριακής του Λουκά. Το ευαγγελικό κείμενο συγκινεί αλλά και συγκλονίζει από πολλές απόψεις, δοθέντος ότι πλέκεται κατά μοναδικό τρόπο η ανθρώπινη αδυναμία, παρά την άριστη γνώση του επαγγέλματος, με την δύναμη του Ιησού και την πνοή της χάριτος.

Με τον αριστοτεχνικό του τρόπο ο θεόπνευστος Ευαγγελιστής μάς περιγράφει τα συγκινητικά περιστατικά.
Είχε προηγηθεί η ολονύκτιος κοπιαστική προσπάθεια του Πέτρου και των συνεργατών του προς  “άγραν ιχθύων”. Τα ξημερώματα όμως δεν είχαν μαζί τους παρά αυτά που έσυραν τα δίκτυα, δηλ. την πίκρα, την απογοήτευση και την ανείπωτη κούραση των “μαστόρων” του ψαρέματος.
Σ' ένα λοιπόν από αυτά τα πλοία “ο ην του Σίμωνος”, ανέβηκε ο Ιησούς, παρακαλώντας τον μεστωμένο και ξάγρυπνο ψαρά να τραβήξει λίγο το σκάφος του. Να το πάει λίγο πιο μέσα από την στεριά ώστε να υπάρχει δυνατότητα ν' ακούουν τον λόγο του Κυρίου όλοι όσοι βρίσκονταν στην ακρογιαλιά.
Φαίνεται πως αρκετές φορές ο Θεός περιμένει να εξαντληθούν όλες οι  ανθρώπινες δυνάμεις, όλες οι γνώσεις και οι ικανότητες ώστε να κάνει τη δική του παρέμβαση. Φαίνεται πως στις εκλεκτές ψυχές όντως “η χάρις εν ασθενεία τελειούται”.
Και έως εδώ όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Ο λόγος του Θεού φώτιζε τα πλήθη και στάλαζε βάλσαμο στις καρδιές των ταλαίπωρων ψαράδων. Σε λίγο όμως οι μαθητές θα περάσουν στο χώρο του υπερφυσικού. Η λογική και η εμπειρία δεν μπορούν παρά να αντιδρούν στην εντολή έστω και εσωτερικά και ανέκφραστα. Ευτυχώς όμως, η πίστις και η έμπρακτη υπακοή σπάζουν το τείχος της λογικοκρατίας και ανοίγουν τους μαθητές στο πέλαγος της αγάπης και της εμπειρίας της πίστεως. Της αγάπης και της πίστεως που ενώπιόν τους τίποτε απολύτως δεν παραμένει αδύνατο.
Αλλ' ας ακούσουμε μέσα στην ύπαρξή μας τον διάλογο που αποτυπώνει ο Ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς. “Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σίμωνα· επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν. Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· επιστάτα, δι' όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν· επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον” (Λουκ. Ε' 4-5). Δηλ. όταν ο Ιησούς έπαυσε να ομιλεί είπε προς τον Σίμωνα· φέρε πάλιν το πλοίο στα βαθιά νερά της λίμνης και ρίξτε τα δίκτυα σας για να πιάσετε ψάρια. Και ο Σίμων απεκρίθη και του είπε· Διδάσκαλε, όλην τη νύκτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τα δίχτυα και δεν πιάσαμε τίποτε. Αφού όμως το διατάζεις, με τέλεια πεποίθηση και υπακοή στο λόγο σου θα ρίξω το δίκτυ.
Αυτό ήταν. Σε λίγη ώρα η ψαριά ήταν τόση πολλή που κινδύνευε να σπάσει το δίχτυ τους. “Συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ” και “διερρήγνυτο το δίκτυον”. Αλλά μπροστά σ' αυτό το γεγονός, ο παρορμητικός Πέτρος, το “στόμα των Αποστόλων”, τα χάνει και φαινομενικώς εκφράζεται παράδοξα. Να σταθούμε όμως στο σημείο αυτό.
Πράγματι, ενώπιον τοιούτων υπερφυσικών καταστάσεων, και όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται ενώπιον αυτής της παρουσίας του Θεανθρώπου, βιώνει τόσο έντονες καταστάσεις και μάλιστα αλληλοσυγκρουόμενες, ώστε δεν γνωρίζει πώς να εκφραστεί, τι να ζητήσει ή και πώς να σιωπήσει. “Έξελθε απ' εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί”. Κύριε, φύγε από το πλοίο μου, φύγε από κοντά μου. Δεν αντέχω. Είμαι άνθρωπος αμαρτωλός.
Το θάμβος και το δέος που βιώνει ο άνθρωπος στην παρουσία του Χριστού είναι κάτι το μοναδικό και απερίγραπτο. Κάνει την ψυχή να αισθάνεται πως ό,τι και να πει, όπως και να εκφραστεί, είναι μηδενικό ή και ένοχο. Και ομολογουμένως θα πρέπει όλοι μας να παραδεχθούμε αλλά και να ομολογήσουμε ενώπιον Κυρίου Παντοκράτορος την αμαρτωλότητά μας. Να αισθανόμαστε ότι όντως ο Κύριος δεν μπορεί να παραμένει πλησίον της ρυπαρότητάς μας. Συγχρόνως όμως να τον παρακαλούμε εκ μέσης καρδίας να μη μας εγκαταλείψει ποτέ. Αλλοίμονο δε εάν ο Κύριός μας και Θεός μας “αποστή αφ' ημών”.
Κύριε, είμαι ανάξιος του ουρανού και της γης. Όμως Κύριε Ιησού ένεκεν της δόξης του ονόματός Σου και της σταυρικής Σου θυσίας, “απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου” πλην όμως “μη απορρίψεις ημάς από της αγάπης Σου”.
Αλήθεια, πόσες φορές ο άνθρωπος που ποθεί τον Ιησού και αγωνίζεται για την εφαρμογή των εντολών του, όταν η χάρις τον αγγίζει με τους τρόπους που ο ίδιος ο Θεός γνωρίζει για την κάθε ύπαρξη, πόσες φορές ζώντας αυτήν ακριβώς την κατάσταση του Πέτρου, δεν λέγει τα συγκλονιστικά λόγια του Ιώβ: “Κύριε, ακοήν μεν ωτός ήκουόν σου το πρότερον, νυνί δε ο οφθαλμός μου εώρακέ σε. Διό εφαύλισα εμαυτόν και ετάκην, ήγημαι δε εμαυτόν γην και σποδόν” (Ιώβ ΜΒ' 5-6). Δηλ. Κύριε, άκουγα μεν πρωτύτερα με τα αυτιά μου περί την αλήθειάν σου από τους άλλους, τώρα όμως σε έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια. Και κατόπιν της γνώσεως που μου μετέδωσες, εξουδένωσα και ελεεινολόγησα τον εαυτόν μου και συνετρίβην από την συναίσθηση της πλάνης μου. Θεωρώ δε τώρα τον εαυτό μου χώμα και στάκτη”.
Ναι, αυτή είναι η θέση των αγίων στην πρώτη τους προσωπική συνάντηση με τον Ιησού.
Τόσο η Αγία Γραφή, όσο και τα ιερά μας συναξάρια, αποτυπώνουν πολύ εναργώς αυτή την πραγματικότητα. Αυτούς που η χάρις του Θεού τούς ετοιμάζει εκ κοιλίας μητρός για ένα ιδιαίτερο έργο μέσα στην Εκκλησία και μέσα στην κοινωνία, μπροστά στην Θεοφάνεια νιώθουν αυτό το φαινομενικώς αντικρουόμενο. Ένα όχι απλώς συναίσθημα, αλλά την ουσία της ζωής. Υφαίνονται δέος και χαρά, θάμβος και φόβος, προβάλλοντας τα προσωπικά τους μειονεκτήματα. “Κύριε, ουχ ικανός ειμί προ της χθες, ουδέ προ της τρίτης ημέρας, ουδέ αφ' ου ήρξω λαλείν τω θεράποντί σου· ισχνόφωνος και βραδύγλωσσος εγώ ειμί” θα τονίσει ο Μωυσής (Εξοδ. Δ' 10). Δηλ. Ω, Κύριε, σε παρακαλώ! Δεν είμαι ικανός να ομιλώ. Όχι δε από χθες η προχθές, ούτε αφ' ότου άρχισες να ομιλείς εις εμέ τον δούλον σου, αλλά πάντοτε ήμουν αδύνατος εις την ομιλίαν. Είμαι βραδύγλωσσος. Δύσκολα ομιλώ.
Αλλ' αυτό είναι το υπόβαθρο επάνω στο οποίο έρχεται να αναπαύεται, να ριζώνει και να αυξάνει η ουράνια κλήση. Η κλίση που ζυμώνεται με δάκρυα και ποτίζεται με τον ιδρώτα και το αίμα της αυτοσυνειδησίας... Και μετά από αυτά έρχεται το “μη φοβού, από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών”.  Μη φοβάσαι, Πέτρο, από τη στιγμή αυτή δεν θα ψαρεύεις ιχθείς, αλλά θα αλιεύεις ανθρώπους. Και θα μας σημειώσουν οι ιεροί ερμηνευτές ότι το πλήθος των ιχθύων, ήταν τύπος τής μεγάλης άγρας των ανθρώπων και προμήνυμα του πολλού πλήθους όλων αυτών που θα σαγηνευθούν από το κήρυγμα των Αποστόλων. Εννοείται δε ότι ενώπιον της κλήσεως αυτής, όλα τ' άλλα όχι απλώς αποκτούν δευτερεύουσα σημασία, αλλά στην κυριολεξία χάνονται και εκμηδενίζονται. Έτσι τουλάχιστον θα πρέπει να συμβαίνει. Και ναι μεν ο κάθε πιστός έχει την γενική κλήση της αγιότητας, αλλά και την προσωπική του και ιδιαίτερη κλήση για να κατορθώσει τον σκοπό του. Το θέμα όμως είναι να έχουμε ανοιχτή την καρδιά και τους ορίζοντες ώστε δια της υπακοής να περάσουμε στην υπέρ φύση κατάσταση. Στην κατάσταση δηλ. η οποία μας αποκαλύπτει τι ακριβώς ζητά ο Ιησούς από εμάς. Ποια θα είναι η αποστολή μας και ποια η μέθοδος του σκοπού που είναι η πορεία προς το καθ' ομοίωσιν.
 Το μόνο πάντως βέβαιον, αλλά και η μόνη ασφαλής οδός στο θέμα αυτό είναι η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας.

Και όλα τ' άλλα; Όλα τ' άλλα ας τ' αφήσουμε στα χέρια του Μεγάλου Ψαρά που θέλει να μας σαγηνεύσει στο δίχτυ της χάριτος και να μας αξιώσει της επουρανίου Του Βασιλείας. Αμήν.




 Βίος Οσίου Χαρίτωνος του Ομολογητού



Ο όσιος πατήρ ημών Χαρίτων γεννήθηκε στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας. Εκεί ανατράφηκε με καλή εκπαίδευση και νουθεσία Κυρίου. Όταν μεγάλωσε και έγινε άνδρας ήταν 
περιβόητος για την ευσέβεια και την αρετή του. Όλοι τον αγαπούσαν και τον σεβόντουσαν. Κατά την εποχή εκείνη δηλ. κατά το έτος (270 - 276) βασίλευε στην Ρώμη ο Αυρηλιανός. 

Η σύλληψη τον Χαρίτωνα
Όταν έφθασαν τα διατάγματα αυτά στο Ικόνιο αμέσως έπιασαν τον Άγιο Χαρίτωνα. Οι στρατιώτες τον οδήγησαν μπροστά στο βασιλικό κριτήριο. Ο Άγιος στάθηκε άφοβος μπροστά 
στον Ύπατο δηλ. τον δεύτερο μετά τον βασιλέα. Αυτός άρχισε να τον ρωτά πως ονομάζεται, τί πιστεύει, και ο Χαρίτων απαντά: «Ονομάζομαι Χαρίτων και πιστεύω στο Χριστό τον 
μόνο αληθινό Θεό». Ο Ύπατος με ηρεμία και αποφασιστικότητα προσπάθησε να αλλάξει τον Χαρίτων και να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Όμως ο Χαρίτων με ευσέβεια και 
χωρίς να αρνηθεί τον μόνον Αληθινό Θεό ομολογούσε την πίστη του και χλεύαζε τα άψυχα ξόανα.

Αρχίζουν τα βασανιστήρια
Αφού είδε ο Ύπατος ότι ο Χαρίτων δεν αλλάζει έδωσε εντολή να τον βασανίζουν με το βασανιστήριο του τανύσματος. Τόσο πολύ τον έδειραν, πού χάθηκαν οι σάρκες του και 
φάνηκαν τα σπλάχνα του. Τότε έδωσε εντολή να σταματήσουν το βασανιστήριο και να τον ρίξουν στην φυλακή έως δει τι θα κάνει. Εκεί τον άφησαν για λίγο διάστημα, και τον 
έφεραν πάλι στο κριτήριο αφού είχε γιατρευθεί το ξεσχισμένο του σώμα παραδόξως από τον Κύριο. Και περιγελώντας τις μωρωλογίες του κριτή δέχεται σκληρότερα βάσανα. 
Τον κατακαίουν στις σάρκες με μεγάλες αναμμένες λαμπάδες, και πάλι σιδεροδεμένο τον ρίχνουν στη φυλακή.
Κατόπιν ο Αυρηλιανός πέθανε με φρικτούς πόνους και βάσανα και τον διαδέχτηκε ο Τάκιτος. Ο Τάκιτος σωφρωνίστηκε από τα παθήματα του Αυρηλιανού. Μη θέλοντας δε να 
πάθη τα ίδια με εκείνον αν καταδιώξει τούς Χριστιανούς κατάπαυσε τον διωγμό των Χριστιανών. Αυτό δε έγινε από θέλημα Θεού, να μη θανατωθεί ο Χαρίτων γρήγορα.

Ο θειος Χαρίτων στα Ιεροσόλυμα
Αποφάσισε πρώτα να πάει στα Ιεροσόλυμα. Καθώς ταξίδευε, τον έπιασαν κακούργοι ληστές. Αυτοί σκληροί όπως ήσαν, του έδεσαν πίσω τα χέρια, τού έβαλαν αλυσίδες στο 
λαιμό, και δέρνοντας τον έφεραν στη σπηλιά τους και τον άφησαν εκεί δεμένο, και έφυγαν. 
Καθώς ήταν ο Άγιος μόνος στη σπηλιά, μια οχιά φαρμακερή πήγε χωρίς να τη δει ο Άγιος, και έχυσε μέσα σε ένα δοχείο των ληστών με κρασί, όλο το δηλητήριο της. Τω της 
θείας Χάριτος! Καθώς γύρισαν διψασμένοι οι ληστές πίνοντας από το δηλητηριασμένο κρασί, ένας, ένας πέθαινε. Έτσι κατά θεία δίκη οι κακοί με τον τρόπο αυτό πέθαναν και 
ο θειος Χαρίτων λύθηκε από τα δεσμά αόρατα.
Όταν ανέλπιστα ελευθερώθηκε ο Χαρίτων, είδε ότι το μέρος εκείνο ήταν κατάλληλο για ησυχία, και αποφάσισε να μείνει εκεί. Κληρονόμησε και όλα όσα είχαν μαζέψει οι ληστές. 
Από αυτά, άλλα μεν μοίρασε στους πτωχούς άλλα στους πατέρες, πού ήσαν διασκορπισμένοι στην έρημο και ασκήτευαν και με τα υπόλοιπα οικοδόμησε στη σπηλιά ναό τού 
Θεού Άγιο και έκαμε κοντλα και Μοναστήρι που ονομάστηκε μαζί με το Ναό, Φαράν.

Ο Άγιος Χαρίτων θαυματουργεί
Με τη Χριστιανική ζωή του ο Άγιος έγινε φανερός χωρίς να θέλει. Με τα θαύματά του, έπειθε τούς Ιουδαίους και τούς Έλληνες να δέχονται το βάπτισμα. Πολλοί δε απ’ αυτούς, 
πού θαύμαζαν τούς αγώνες του και τις αρετές του, θέλησαν να τον μιμηθούν όσον τούς ήταν δυνατόν, και αφού έγιναν Μοναχοί υποτάχθηκαν σ’ αυτόν. Γι αυτό κάθε μέρα έτρεχαν 
πολλοί άνθρωποι για να ακούσουν την ψυχοσωτήρια διδασκαλία του. Από το πλήθος των ανθρώπων, πού μαζεύονταν εκεί η έρημος πολιτίστηκε και ο Άγιος έγινε πολίτης της 
ερήμου.

Ο Χαρίτων αποφασίζει να φύγει
Αυτό όμως δεν άρεσε στον Άγιο. Ο θόρυβος πού γινόταν από τον κόσμο, εμπόδιζαν την ησυχία και την θεία συνομιλία. Και το περισσότερο, προσπαθούσε να αποφύγει την 
δόξα των ανθρώπων, γιατί ήξερε ότι η δόξα μπορεί ν’ αφανίσει κάθε αρετή. Αποφάσισε λοιπόν να αναχωρήσει απ’ εκεί.
Παράγγειλε, λοιπόν στους μαθητές του όλα όσα χρειάζονταν για τη μοναχική πολιτεία, δηλαδή τούς όρισε να τρώνε μια φορά την ημέρα και μετά τον εσπερινό. Να μη τρώνε 
χορταστικά, αλλά να σταματούν το φαγητό, καίτοι η όρεξη τους το ζητά ακόμη. Τους όρισε καιρό για την ψαλμωδία και προσευχή.
Αφού λοιπόν έδωσε αυτές τις εντολές και τις συμβουλές, με κοινή ψήφο και γνώμη όλης της αδελφότητας, διόρισε. Ηγούμενο τον πλέον ενάρετο και εμπειρότατο σε όλα, 
απεφάσισε να αναχωρήσει. Αφού, λοιπόν τούς ασπάσθηκε ένα, ένα, τούς παρέδωσε στον Δεσπότη Χριστό και αναχώρησε.



Ο Άγιος κατοικεί σε σπήλαιο
Ο Άγιος περιπάτησε μια ολόκληρη μέρα δρόμο. Οπότε κοντά στην Ιεριχώ βρήκε ένα σπήλαιο πολύ κατάλληλο για να μείνει, γιατί γύρω είχε πολλή ησυχία. Έμεινε εκεί αρκετό καιρό 
εντελώς άγνωστος και κρυμμένος. Έτρωγε ότι χόρτα εύρισκε από τη γη με μόνη συντροφιά τη συνομιλία με τον Θεό. Αλλά ο πανάγαθος Θεός, δεν άφησε κρυμμένο τον δούλο Του,
αλλά τον φανέρωσε στον κόσμο με τα θαύματά Του, τα οποία έκανε διά μέσου του δούλου Του. Γιάτρευε διάφορα πάθη ψυχικά και σωματικά.

Ο Χαρίτων ιδρύει νέαν Λαύρα
Πολλοί από τούς ειδωλολάτρες πού θεράπευε έβλεπαν την Χριστιανική ζωή του Αγίου και τον θαύμαζαν. Άκουαν τούς λόγους του, τις συμβουλές του πού ωφελούσαν την ψυχή τους
και με τη θέληση τους αρνήθηκαν τον κόσμο και όλα τα καλά του και έγιναν μοναχοί για να μείνουν κοντά του. Γι αυτό έκανε δεύτερη Λαύρα, δηλ. και άλλο Μοναστήρι. Όμως οι 
Εβραίοι από φθόνο ζητούσαν να εξαφανίσουν το Μοναστήρι. Παρ’ όλα αυτά και εκεί έρχονταν πολλοί κάθε μέρα και ούτε ο Άγιος ούτε οι Μοναχοί είχαν ησυχία.

Νέα μετακόμιση του Αγίου
Επειδή, λοιπόν, ο Άγιος επιζητούσε την ησυχία και την ταπείνωση, όταν είδε ότι άρχισαν να τον θαυμάζουν αποφάσισε να αφήσει τη Λαύρα και να εύρη νέο τόπο ήσυχο. Γι αυτό 
έδωσε παραγγελίες στους μοναχούς για τη ζωή πού πρέπει να κάνουν σαν Χριστιανοί μοναχοί, όρισε και εγκατάστησε άξιο επιστάτη και οδηγό γι αυτούς, και αναχώρησε από εκεί.
Βαδίζοντας έφθασε σε ένα ήσυχο τόπο της ερήμου, πού λεγόταν Θεκώος. Έπειτα πηγαίνοντας προς αυτόν και άλλοι και μάλιστα ειδωλολάτρες ωφελούντο πολλοί! Πολλοί πίστευαν 
και βαπτίζονταν.
Άλλοι οδηγούντο στην Μοναχική ζωή, προσπαθώντας να μιμηθούν την ζωή του Αγίου. Το πλήθος έγινε πάλι πολύ. Συνάχθηκαν και εκεί πολλοί Μοναχοί και έκαμε νέα Λαύρα, πού 
την ονόμασε Σουκάν. Ένεκα όμως της πολλής αγάπης του προς την ησυχία, ερευνώντας εύρε ένα θεόκτιστο σπήλαιο επάνω σε βουνό μάλλον σε ένα γκρεμό, και όχι μακριά πολύ 
από τη Λαύρα. Το σπήλαιο αυτό το έλεγαν Κρεμαστό, επειδή ήταν υψηλότατο από τη γη, και στο οποίο ανέβαιναν μόνον με σκάλα. Σ’ αυτό λοιπόν, ανέβηκε ο μεγαλόψυχος Χαρίτων 
και κατοίκησε.
Ησύχαζε εκεί ο Άγιος πολύ καιρό. Δεν μπορούσε όμως λόγω της μεγάλης του ηλικίας, και από τούς κόπους της ασκήσεως να εξυπηρετείται μόνος του. Δεν μπορούσε να μεταφέρει 
το νερό, πού χρειαζόταν τόσο ψηλά. Καταφεύγει στον Θεό. Και με την προσευχή του, ώ τού θαύματος! Ανέβλυσε παρευθύς νερό καθαρότατο. Το νερό αυτό τρέχει μέχρι σήμερα 
από μια πλευρά τού σπηλαίου, και ανακουφίζει όχι μόνον τη σωματική δίψα, αλλά και θεραπεύει και κάθε ασθένεια.
Μετά από καιρό ο Χαρίτων κατεβαίνει από το σπήλαιο και πήγε στην Ιερή Λαύρα Φαράν, όπου εκεί ήθελε να κάνει την διαθήκη του, για να αφήσει κληρονομιά στους μαθητές του.

Η Διαθήκη του Αγίου
Στην Διαθήκη του ο Όσιος τους παρακαλούσε να φυλλάτουν την Θεοπαράδοτη πίστη, χωρίς να κλονίζονται και να παραμείνουν σταθεροί στα ορθά δόγματα την Εκκλησίας του 
Χριστού, γιατί αιρετικοί θα προσπαθήσουν να ταράξουν την Εκκλησία και θα παρασύρουν κόσμο στα αιρετικά του φρονήματα. Τους προέτρεψε να φυλλάξουν την παρθενία και 
τον καθαρισμό του σώματος ώστε να γίνουν ναοί αμόλυντοι. Γιατί με αυτή τη ζωή την αμόλυντη, θα επιθυμήσει και ο καθαρότατος Θεός να κατοικήσει στις καρδιές τους και να 
γεμίσει και την ψυχή τους με τον αγιασμό και την ανεκλάλητη ευωδιά Του. Έπειτα του θύμισε την σημασία της νηστείας, της προσευχής, των δακρύων και των ενθύμηση του 
θανάτου, τα οποία είναι όπλα ενάντια στους κακούς λογισμούς του διαβόλου. Επίσης τους θύμισε ότι μεγαλύτερο κακό είναι η υψηλοφροσύνη και η υπηρεφανεία, η οποία είναι 
ικανή να εξαλείψει κάθε καλό που έχει ο άνθρωπος. Πρέπει επίσης να προσέχουν πολύ να μη κατακρίνουν, διότι η κατάκριση είναι γέννημα ψυχής ανθρώπου υπερήφανου, ο 
οποίος καταδικάζει με το νου του όλους τους ανθρώπους. Τους ζήτησε να μην παύσουν ποτέ να κρίνουν και να εξετάζουν όλα τους τα απόκρυφα δηλαδή τους λογισμούς τους, 
τα έργα τους, αλλά να διορθώνουν τα σφάλματα τους.

Τους θύμισε τα καθαρτικά, πού καθαρίζουν την ψυχή από το μόλυσμα της αμαρτίας. Και τα οποία είναι, τα δάκρυα, οι αναστεναγμοί, η συντριβή της καρδιάς, η εξομολόγηση, η 
νηστεία, η προσευχή, να κοιμάσαι κατά γης σε μια ψάθα, και όλα τα άλλα γιατρικά, πού επιβάλλουν εκείνοι, πού μετανοούν στον εαυτό τους. Τέλος τους θύμισε την συγχώρεση, 
δηλαδή να συγχωρούν τα σφάλματα αυτών που φταίουν.
Αυτά και άλλα όμοια διδάσκοντας τούς μαθητές του ο θείος Χαρίτων, τούς ευχήθηκε την εξ ύψους σωτηρία της ψυχής τους. Έπειτα χωρίς καμία ασθένεια χωρίς κανένα πόνο στα 
μέλη του σώματος του, έπεσε πάνω στο κρεβάτι του, άπλωσε τα πόδια του, σταύρωσε τα χέρια του και παρέδωσε αμέσως την αγία του ψυχή, πού έχαιρε, στους Αγίους Αγγέλους, 
και έτσι πήγε στην ατέλειωτη μακαριότητα, εκεί όπου διαδέχεται ανάπαυση ευτυχισμένη, εκείνους, πού ίδρωσαν και κοπίασαν στον αμπελώνα τού Κυρίου και περπάτησαν τη στενή 
και θλιμμένη οδό της αρετής.




Στίχος
Της γης πατήσας τάς τρυφάς ο Χαρίτων κατατρυφά νύν ουρανού των χαρίτων• εικάδι ογδοάτη Χαρίτων θάνε γήραϊ μακρώ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χαρίτων τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεὶς ταῖς αὐγαῖς, φωστὴρ ἐχρημάτισας, τῆς ἐναρέτου ζωῆς, Χαρίτων μακάριε• σὺ γὰρ ὁμολογίᾳ, ἀληθείας ἐμπρέψας, 
ἔλαμψας ἐν ἐρήμῳ, ἐγκράτειας τοῖς πόνοις. Διὸ τῶν εὐφημούντων σε, Πάτερ μνημόνευε.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ΄.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας• καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας• καὶ γέγονας 
φωστὴρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Χαρίτων Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῶν χαρίτων ἐραστὴς τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν
Ὁμολογίας ἐθησαύρισας τὰς χάριτας
Τὸν Χριστὸν ὁμολογήσας, Πάτερ Χαρίτων.
Ἀλλ’ ὡς χάριτος τῆς θείας ἐνδιαίτημα
Μοναζόντων παιδοτρίβης ἐχρημάτισας
Τῶν βοώντων σοι, χαίροις Πάτερ θεόληπτε.

Κοντάκιον Ἦχος β΄. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Κατατρυφήσας θεόφρον τῆς ἐγκρατείας, καὶ τῆς σαρκός σου τὰς ὀρέξεις χαλινώσας, ὤφθης τῇ πίστει αὐξανόμενος• καὶ ὡς ζωῆς ἐν μέσῳ, ξύλον Ἐδὲμ 
ἐξήνθησας, Χαρίτων παμμάκαρ ἱερώτατε.

Κάθισμα Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῖς λόγοις ἐκόσμησας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τοῖς ἔργοις ἐτίμησας, τὸ κατ' εἰκόνα Θεοῦ, Χαρίτων μακάριε• ἔλαμψε γὰρ ἐν κόσμῳ, ἡ ἐν σοὶ σωφροσύνη, 
χαρίτας ἰαμάτων, ἀπαστράπτουσα πίστει• διὸ καὶ ἑορτάζομεν, πόθῳ τὴν μνήμην σου.

Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῆς ἀθλήσεως πόνοις δοκιμασθείς, τῆς ἀσκήσεως ἄθλοις βεβαιωθείς, χρυσίου λαμπρότερον, εὐσεβείᾳ ἀπήστραψας, καὶ καθαρὸν δοχεῖον ὑπάρξας τοῦ 
Πνεύματος, πονηρῶν πνευμάτων τὸ σκότος ἐμείωσας• ὅθεν συναθροίσας, μοναζόντων ἀγέλας, ποιμὴν τούτων γέγονας, καὶ φωστὴρ διαυγέστατος• 
Ὦ Χαρίτων μακάριε, πρὲσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τοῦτον τὸν μέγαν ἐν τοῖς Ὁσίοις, τὸν φωστῆρα τὸν θεῖον Ἰκονίου πιστοί, Χαρίτωνα τὸν μακάριον, ἐν ὑμνῳδίαις ἀνευφημήσωμεν, καὶ ἐν ᾄσμασι θείοις, 
αὐτοῦ τὴν κάραν στέψωμεν• τὴν γὰρ ὀφρὺν τῶν ματαίων εἰδώλων ἠδάφισε, σὺν τούτοις καὶ τῶν δαιμόνων τὴν ἐνέργειαν πᾶσαν ἐνέκρωσε• διὸ τοὺς 
πόνους μὲν ἤνεγκε, τῶν βραβείων δὲ ἔτυχεν ἀληθῶς• Αὐτὸν οὖν ἐπαινοῦντες γεραίρομεν, τοῦ κόσμου φωστῆρα τὸν παγκόσμιον.

Μεγαλυνάριον.
Θείων Ἀθλοφόρων συγκοινωνός, εὐκλεῶν Ὁσίων, ὑποφήτης θεοειδής, Χαρίτων ἐδείχθης, ἐν ἑκατέροις 
λάμψας• ἐντεῦθεν καταυγάζεις, κόσμον ταῖς χάρισι.



Όσιος Ισαάκ ο Σύρος

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος






Βιογραφία

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος δεν είχε καθορισμένη ημερομηνία εορτασμού στο ελληνορθόδοξο ημερολόγιο.

Συνηθιζόταν να μνημονεύεται το όνομα του στις 28 Ιανουαρίου μαζί με τον άλλο μεγάλο Σύρο πατέρα της Εκκλησίας, τον όσιο Εφραίμ.

Ωστόσο εδώ και μερικά χρόνια και με πρωτοβουλία του οσίου γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου,ο οποίος ευλαβείτο πολύ τον όσιο Ισαάκ, συντάχθηκε η ακολουθία του και επελέγη η 28η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της οσιακής μνήμης του.

Μάλιστα χτίστηκε στο Αγιον Όρος και ο πρώτος ναός του Οσίου, σε κελλί μοναχού της συνοδείας του γέροντος Παϊσίου.

Από το βιβλίο «Ασκητικοί λόγοι. Αββάς Ισαάκ του Σύρου», Εκδόσεις Απόστολος Βαρνάβας, διαβάζουμε:

Ο όσιος πατήρ ημών Ισαάκ, ο μέγας και θαυμαστός στην αρετή, ο ουρανοπολίτης αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος, του θαυμάσιου εκείνου Αβραάμ όχι υιός, αλλά γνήσιος απόγονος, υπήρχε το μεν γένος Σύρος, γεννήθηκε δε κατά άλλους στην Νινευή πόλιν της Μεσοποταμίας, κατ' άλλους γεννήθηκε και ανατράφηκε και μεγάλωσε σε κάποια κωμόπολη, όχι μακριά της Εδέσσης, πόλεως της Συρίας.

Ποίοι υπήρξαν οι γονείς τούτου του μακαρίου πατρός και ποίας καταστάσεως άνθρωποι ήσαν και πώς λεγόντουσαν, είναι άγνωστο. Γνωρίζομε όμως, ότι ο θείος ούτος πατήρ στην ακμή της ηλικίας του απαρνήθηκε τον κόσμο και τα εν τω κόσμο απήλθε μετά του αυτάδελφού του σε κοινόβιο, στα μέρη εκείνα του αγίου μάρτυρος Ματθαίου καλούμενο, οπού και άλλοι πολλοί τότε ασκούσαν την εν σώματι Αγγελική πολιτεία.

Αφού ντύθηκε το αγγελικό σχήμα και τον τρόπον και τον βίον και γυμνάστηκε στους ασκητικούς αγώνας και πόνους και κορέστηκε εκ του γάλακτος της πρακτικής αρετής και αφού με ικανό τρόπο κατεκοίμησε τα άταχτα της σάρκας πάθη και την σάρκα καθυπέταξε στο πνεύματι, πεθύμησε την στερεά της βαθυτέρας θεωρίας του πνεύματος τροφή.

Και αμέσως έφυγε από το κοινόβιο και από όλη εκείνη της ιερά αδελφότητα και δρομαίος ήλθε ως διψασμένο ελάφι στις πηγές των υδάτων σε ερημικό τόπον, μακριά του κόσμου και της συναναστροφής των πολλών, κατοίκησε εντός μεμονωμένου κελιού, μόνος μόνω τω Θεώ και τω εαυτού πνεύματι ασχολούμενος.

Ο δε αυτάδελφος, όταν ανέλαβε την ηγουμενία του κοινοβίου, έγραφε επανειλημμένως προς αυτόν και τον παρακαλούσε δεόμενος, να επανέλθει στην πρώτη αυτού μετάνοια, αλλά ο θείος Ισαάκ γλυκαθείς τη γλυκύτητα της θεωρίας του πνεύματος και της μελέτης των θείων εννοιών και της νοεράς προσευχής, παντελώς δεν πρόσεχε στου αδελφού τις παρακλήσεις, ουδέ συγκατατέθηκε ν' αφήσει το της ησυχίας αμέριμνο και ατάραχο. Και αφού οι παρακλήσεις δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν την επιστροφή του, θεία αποκάλυψις προσκάλεσε αυτών άνωθεν στην αρχιερατική επιστασία των Νινευιτών εκκλησίας. Και εάν ένας τον αδελφών αυτού, εφάνη παρήκοος πρότερον, ύστερον όμως στην θεία φωνή υπέκυψε τον αυχένα μετά ταπεινώσεως. Αφήνει λοιπόν την έρημο και ησυχία ο φιλέρημος και φιλήσυχος Ισαάκ και της μεγαλουπόλεως Νινευή προχειρίζεται επίσκοπος.

Δεν έπρεπε βέβαια ο λύχνος να βρίσκεται υπό τον ερημικό μόδιο κρυμμένος, αλλά να τεθεί επί την ποιμαντική λυχνία, για να διαυγάσει στους μακράν της ερήμου ευρισκομένους της διδασκαλίας και αρετής το φως αλλά αυτό λίγο διήρκεσε, και τόσο, ώστε μόλις ανέτειλε και φάνηκε το φως στον ορίζοντα της εκκλησίας, και πάλιν έδυσε και κρύφτηκε καθότι ο όσιος ούτος πατήρ έπαθε ο,τι και ο θείος Γρηγόριος ο θεολόγος, ο οποίος όταν ψηφίστηκε επίσκοπος Σασίμων, αμέσως αναχώρησε από εκεί. Αίτια δε της αμέσως από την επισκοπική θέση αναχωρήσεις του πατρός Ισαάκ υπήρξε το εξής περιστατικό.

Όταν χειροτονήθηκε ο όσιος και κάθισε στο επισκοπικό οίκημα, παρέστησαν ενώπιον του δύο χριστιανοί, ο ένας ήταν δανειστής, ο άλλος οφειλέτης· και ο μεν δανειστής απαιτούσε το δάνειο, ο δε οφειλέτης ομολογούσε το χρέος, άλλα μη έχων προς το παρόν τα χρήματα ζήτησε μερικές ημέρες προθεσμία αλλά ο άσπλαχνος εκείνος δανειστής, είπε ότι εάν δεν μου αποδώσει, σήμερα αυτός το δάνειο, εγώ εξάπαντος παραδίδω αυτόν στον κριτή. Ο δε όσιος πατήρ Ισαάκ λέγει προς αυτόν, τέκνον, εάν για την εντολή του Ευαγγελίου οφείλεις και τα δια της βίας παρά σου αφαιρεθέντα πράγματα να μη ζητείς, πόσο μάλλον δεν πρέπει να υπομένεις λίγες μέρες ημέρας αυτόν ο οποίος σε παρακαλεί; Ο δε ανελεήμων εκείνος δανειστής, άφες, πάτερ, ήδη το ευαγγέλιον, είπε με αυθάδεια και αναχώρησε από εκεί. Μόλις άκουσε αυτά ο όσιος Ισαάκ, είπε στον εαυτό του εάν αυτοί δεν υπακούν στα προστάγματα του ιερού ευαγγελίου, τι λοιπόν εγώ ήλθα εδώ να πράξω; Αυτά είπε, και ευθύς αναχώρησε πάλιν στην έρημο, και ήλθε και κατοίκησε στο πρώτον του κελίον, οπού μέχρι θανάτου ανδρείως και καρτερικός υπέμεινε.

Ποιους δε αγώνας ανέλαβε ο μακάριος ούτος πατήρ κατά των δαιμόνων και της σαρκός, και ποιός υπήρξε κατά την πρακτική και θεωρητική αρετή, και σε πόση ψυχής τελειότητα έφθασε, και ποια χαρίσματα αξιώθηκε στο βίο όσο ζούσε επί της γης, όλα αυτά είναι περιττό να διηγηθεί κάποιος· Καθόσον ευκόλως εννοούνται από τα ίδια λόγια που περιέχει το παρόν βιβλίο.

Από όσα μπορούν να γίνουν φανερά ότι όσα έγραψε ό θείος ούτος πατήρ, πρώτον κατόρθωσε αυτά ο ίδιος γιατί στον εικοστό έκτον λόγον λέγει, «εν πολλώ καιρώ πειραζόμενος από τα δεξιά και από τα αριστερά και εαυτόν δοκιμάσας εν τοις δυσί τρόποις τούτοις πολλάκις, και δεξάμενος εκ του εναντίου πληγάς αναρίθμητους, και αξιωθείς μεγάλων αντιλήψεων κρυπτώς, εκομισάμην εαυτω πείραν εκ των μακρών χρόνων των ετών, και εν δοκιμασία και Θεού χάριτι ταύτα εμαθον»· στον δέκατο πέμπτο λόγο λέγει, «ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν, και παντός έντυχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της θεωρίας των γραφών, και των αληθινών στομάτων, και μικρόν απ' αυτής της πείρας»· αλλά και όσης χάριτος αξιώθηκε παρά Θεού δεν δυνήθηκε να παρασιώπηση, και σε πολλούς άλλους λόγους αμυδρώς, μάλιστα στον τριακοστό όγδοο φανερώς διακηρύττει λέγων, «πολλάκις οτε ταύτα έγγραφων, υπελείποντό μου οι δάκτυλοι επί τον χάρτη, και ούχ υπέφεραν κατέναντι της ηδονής, της εμπιπτούσης εν τη καρδία μου, και τας αισθήσεις κατασιγαζούσης». Κατά τούτο πρέπει να θαυμάσει κάποιος την αρετή του θείου πατρός, ότι ενώ ευρίσκετο μακράν των ανθρώπων, κατεφλέγετο υπό της προς αυτούς αγάπης, καθώς ο ίδιος περί εαυτού διαμαρτυρόμενος, στον αυτόν λόγον λέγει, «διότι γέγονα μωρός, ούχ' υπομένω φυλάξαι το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων για την των αδελφών ωφελείαν διότι αυτή εστίν ή αγάπη ή αληθινή, ήτις ου δύναται υπόμεινε εν τινι μυστήριο εκ των αγαπητών αυτής»· για αυτό στην έρημο ευρισκόμενος, πότιζε αφθόνως δια του ζωηρού νάματος της διδασκαλίας του τας ψυχάς των αδελφών.

Έζησε ο άγιος ούτος, αρχομένης της εβδόμης από κτίσεως κόσμου χιλιάδος, το οποίο εξάγεται από κάποιο χωρίου του τριακοστού τρίτου λόγου, όπου περί των δαιμόνων λέγει ούτως, «εξ εναντίας γαρ τούτων (των δαιμόνων), των εχόντων εξακισχιλίους χρόνους εισφέρεις εαυτόν δογμάτισε» από αυτό γίνεται φανερό, ότι όταν τον λόγον έγραφε, υπήρχε ήδη τελειωμένο το από κτίσεως κόσμου εξακισχιλιοστόν έτος.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αρετών ταις ακτίσι καταλαμπόμενος, της εν Χριστώ πολιτείας φωστήρ πολύφωτος, θεοφόρε Ισαάκ ώφθης εν Πνεύματι, και κατευθύνεις ασφαλώς, σωτηρίας προς οδόν, διδάγμασι θεοπνεύστοις, τους ευφημούντας σε Πάτερ, ως του Χριστού θείον θεράποντα.


Κοντάκιον Ήχος πλ. δ΄. Τη υπερμάχω. Τη ισαγγέλω πολιτεία σου, μακάριε, του Παρακλήτου ανεδείχθης θείον όργανον, Ισαάκ, και μοναζόντων τύπος εν πάσιν, αλλ' ως χάριτος της θείας ενδιαίτημα, χάριν αίτησαι ημίν και φως ουράνιον, τοις βοώσι σοι, χαίροις, Πάτερ θεόσοφε.
Μεγαλυνάριον Χαίροις ησυχίας θείος κανών, χαίροις μοναζόντων, ο διδάσκαλος ο σοφός, χαίροις ο παρέχων, τα πρόσφορα εκάστω, της χάριτος τω λόγω, Ισαάκ Όσιε.